Κυριακή, 7 Αυγούστου 2016

ROBERTO CARLOS ο μεγαλύτερος βραζιλιάνος τραγουδιστής

1. É proibido fumar (Erasmo Carlos, Roberto Carlos) 1964
 
2. Namoradinha de um amigo meu (Roberto Carlos) 12/1966
 
3. Você não serve pra mim (Renato Barros) 1967
 
4. La tempesta (D. Pace/R. Carlos) 1968
 
5. Jesus Cristo (Roberto Carlos, Erasmo Carlos) 1970

Σάββατο, 6 Αυγούστου 2016

LOSEN RECORDS νέες κυκλοφορίες της νορβηγικής εταιρείας

Όπως έχουμε ξαναγράψει η Losen Records είναι μια εταιρεία που έχει την έδρα της στο Όσλο. Ξεκίνησε το 2010 και έως ώρας έχει κυκλοφορήσει περί τα 50 CD, που κινούνται στο χώρο της ευρύτερης σύγχρονης jazz (κάποια απ’ αυτά έχουν ήδη παρουσιαστεί στο δισκορυχείον). Για τέσσερις καινούριες κυκλοφορίες τής Losen θα πούμε στη συνέχεια λίγα λόγια…
REBECKA LARSDOTTER: Whirlwind [Losen, 2016]
Η Rebecka Larsdotter είναι γεννημένη στη Σουηδία, αλλά τώρα είναι εγκατεστημένη στην Νέα Υόρκη και βασικά είναι τραγουδοποιός. Γράφει στίχους και μουσικές δηλαδή, ερμηνεύοντας συγχρόνως τα κομμάτια της, τα οποία χοντρικώς κατακρατούν στοιχεία από δύο διαφορετικές παραδόσεις. Την jazz των αμερικανικών τζαζ στάναρντ και τις σκανδιναβικές πόλκες (λέω «χοντρικώς» γιατί υπάρχουν και άλλες αναφορές όπως στο blues κ.λπ.). Ο συνδυασμός των βασικών δύο δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο, εννοείται, αφού επ’ αυτού καταγίνονται οι Σκανδιναβοί ήδη από τα sixties, με θαυμαστά αποτελέσματα (Jan Johansson, Monica Zetterlund/ Bill Evans κ.ά.). Πολύ ενθαρρυντικά είναι όμως τα αποτελέσματα και στο “Whirlwind”, ένα άλμπουμ που δείχνει τόσο τις τραγουδοποιητικές ικανότητες της Larsdotter, όσο και την εξοικείωση των σημαντικών ντόπιων (με έδρα την Νέα Υόρκη) μουσικών που την συνοδεύουν σ’ αυτό το ωραίο ανακάτεμα. Μερικά ονόματα: Aaron Parks και Shai Maestro πιάνο, Danya Stephens σαξόφωνα, Rick Rosato μπάσο, Ari Hoenig ντραμς κ.ά. Μία πράγματι δυνατή εντεκάδα (δεν συμμετέχουν, εννοείται, σε κάθε track και οι έντεκα μαζί), που κάνει άψογη δουλειά, αναδεικνύοντας πρωτότυπα και διασκευές. Γιατί η Larsdotter ξεκινά έχοντας κατά νου, οπωσδήποτε, την αμερικάνικη παράδοση [“Peace” (Horace Silver), “Like someone in love” (Jimmy van Heusen/ Johnny Bruke), “My shining hour” (Harold Arlen/ Johnny Mercer)], πριν καταλήξει στις δικές της προτάσεις, στο δικό της υλικό. Από τα καλύτερα κομμάτια τού “Whirlwind” είναι οπωσδήποτε η τζαζ μπαλάντα “Zanes tune”, που είναι αφιερωμένη στον πρόωρα χαμένο σαξοφωνίστα Zane Musa, το bluesMorning after pill” και βεβαίως το “Kvar” που είναι γραμμένο και τραγουδισμένο στη μητρική της γλώσσα.
Ένα ήσυχο, αλλά με εσωτερική ένταση άλμπουμ (στιχουργική κυρίως) είναι το “Whirlwind”, που σφραγίζεται από την καλλιτεχνική πειθώ τής Rebecka Larsdotter.
MONGREL: Thick as Thieves [Losen, 2016]
Όπως διαβάζουμε και από τις liner notes του CD: «Νορβηγική μπάντα με ιάπωνα πιανίστα είναι οι Mongrel, που ηχογράφησε αυτό το άλμπουμ στην ισπανική εξοχή (σ.σ. κάπου κοντά στην Βαλένθια), ανακατεύοντας αμερικανικά τζαζ και ευρωπαϊκά αισθητικά στοιχεία». Ας δώσουμε, όμως, τα ονόματα των μελών του γκρουπ πριν προχωρήσουμε… Thomas Husmo Litleskare τρομπέτα, Ayumi Tanaka πιάνο, Stian Andreas Egeland Andersen μπάσο και Tore Flatjord ντραμς. Ένα κλασικό πιάνο-τρομπέτα κουαρτέτο έχουμε λοιπόν στην περίπτωσή μας, που όμως δεν είναι και τόσο… κλασικό. Υπό την έννοια πως οι συνθέσεις των Mongrel διατηρούν περισσότερο ευρωπαϊκά και δη σκανδιναβικά χαρακτηριστικά, παρά αμερικανικά. Βεβαίως οι βάσεις μπορεί να είναι τα fifties κουαρτέτα του Miles Davis, όμως οι μελωδίες είναι κατά βάση ευρωπαϊκές και όχι blues, ενώ και οι αυτοσχεδιασμοί κινούνται πιο πολύ στο νεορομαντικό μινόρε πνεύμα, παρά σε free fiery καταστάσεις. Γενικώς θα έγραφα για ένα σοβαρό, συνετό ακρόαμα, που έχει τον τρόπο να σε κρατάει με την αμεσότητα και την ουσία συνθέσεων και αυτοσχεδιασμών. Περαιτέρω θα σημείωνα την ιδιαίτερη εκφραστικότητα του πιανίστα Tanaka και τους συνδυασμούς του με την τρομπέτα του Litleskare, που παραπέμπουν σε αξιοσημείωτες όσο και ιστορικές στιγμές της nordic jazz· και αυτό δεν είναι λίγο.
PER MATHISEN: Sounds of 3 [Losen, 2016]  
Περνάμε σε κάτι διαφορετικό – και ως σχήμα και ως ήχος. Είναι το… ροκ τρίο του μπασίστα Per Mathisen, που συμπληρώνεται από τον κιθαρίστα Frode Alnæs και τον ντράμερ Giraldo Piloto. Οι συγκεκριμένοι τρεις παίζουν αυτά τα τρία αναμενόμενα όργανα και είναι αυτά τα τρία όργανα, βασικά, που προβάλλουν επιρροές και αναφορές. Αν και… κυκεώνας, γενικώς. Γιατί αυτό που παράγει το τρίο του Per Mathisen δεν περιορίζεται σε κάτι λίγο και συγκεκριμένο. Rock λοιπόν, καθότι έχουμε σφοδρά ηλεκτρικά παιξίματα, αλλά ταυτοχρόνως και blues, cuban, funk, pop, classical και ακόμη free form και oriental, όπως χαρακτηριστικώς σημειώνει (κι έτσι είναι) και ο Mathisen στο μέσα μέρος του cover. Συνθέσεις πρωτότυπες, οκτώ στον αριθμό, αλλά και μια ωραία version –δεν θα μπορούσε να μην ήταν ωραία– στη θρυλική “Pavane” του Gabriel Fauré (με τη θεία μελωδία να «βγαίνει» όχι μόνον από την κιθάρα, αλλά και από το μπάσο!). Αν και η “Pavane” έτσι όπως τοποθετείται στη μέση του άλμπουμ το καθορίζει 100% και ως προς τα προηγούμενα και ως προς τα επόμενα, δεν είναι η μόνη αληθινά μεγάλη στιγμή του “Sounds of 3”. Είναι και το εισαγωγικό κομμάτι “The C sharp man” που τα χώνει αγρίως (με τον τρόπο ενός ύστερου Jack Bruce ας πούμε), είναι και το νωχελικό “Skumringstimen”, είναι και το έξτρα φουριόζο “Rumbamania”, είναι και το… ποπ έσχατο “Travelinman” με τα συνθο-φωνητικά του και τα ελαφρώς eighties ηχοχρώματα.
KRISTIN NORDERVAL, IDA HEIDEL, NUSCH WERCHOWSKA: Parrhésie [Losen, 2016]
Πρόκειται για ένα γυναικείο improv trio, το οποιό αποτελούν αι Kristin Norderval φωνή, laptop (live processing), Ida Heidel φλάουτα, μικροκρουστά και Nusch Werchowska πιάνο (κανονικό και «από μέσα»). Το “Parrhésie”, ως πρόταση, έχει μιαν ιδιαιτερότητα (αν και για τέτοιου τύπου άλμπουμ δεν είναι και τόσο ιδιαιτερότητα). Είναι όλο γραμμένο σε πραγματικό χρόνο (σ’ ένα ισπανικό στούντιο), χωρίς εκ των υστέρων προσθήκες οι επεμβάσεις. Αυτό σημαίνει πως καταγράφει μια πολύ συγκεκριμένη διαπροσωπική και συναισθηματική στιγμή (των τριών αυτοσχεδιαστριών), φέρνοντάς μας στη μνήμη ανάλογα άλμπουμ απ’ όλες τις τελευταίες «ευρωπαϊκές» δεκαετίες. Χωρισμένο σε δύο μέρη το “Parrhésie”, στο πρώτο “Mercury sunrise” και στο δεύτερο “Sonic orbits”, εμφανίζει μια ηχητική περιπέτεια που μπορεί να ξεκινά από τον Cecil Taylor και να φθάνει μέχρι τα projects του Evan Parker ή του Carlos Bechegas. Εκείνο που το κάνει ακόμη πιο διακριτό είναι τα φωνητικά της Norderval, κατά βάση… ασύντακτοι βοκαλισμοί, το ίδιο αυθόρμητοι και εν τω γεννάσθαι υποθέτω, ικανοί να δημιουργούν πρόσθετες και επιβλητικότερες εντάσεις.
Η φράση κλισέ που θα έλεγαν και οι παλαιότεροι… «άλμπουμ για απαιτητικούς ακροατές».
Επαφή: www.losenrecords.no

Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2016

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΛΑΒΡΑΝΟΣ η συνέντευξη της ζωής του (ας την θυμηθούμε και πάλι)

Ο Γεράσιμος Λαβράνος, ως γνωστόν, δεν βρίσκεται πια μαζί μας. Έφυγε από τη ζωή πέρυσι τον Μάρτιο στα 80 χρόνια του.
Είχα προλάβει κι είχα γνωρίσει τον Γεράσιμο Λαβράνο μιαν εποχή όπου το έργο του ήταν πραγματικά λησμονημένο. Κι αυτό είχε γίνει τον Μάρτιο του 2007, όταν μέσω του περιοδικού Jazz & Τζαζ επανακυκλοφόρησαν οι ωραίες όσο και ξεχασμένες μουσικές του από τα sixties.
Την εποχή που γνωριστήκαμε δεν τον είχε προσεγγίσει, δημοσιογραφικά, κανείς πιο πριν (εννοώ τα πιο πρόσφατα χρόνια, δεν μιλάω για τα sixties). Σε κανέναν δεν είχε μιλήσει για το τόσο λαμπερό παρελθόν του, για τη διεθνή καριέρα του, για τις καινοτομίες που έφερε στον ήχο και τη διασκέδαση της Ελλάδας των sixties – και τούτο ήταν κάτι, που με είχε εξιτάρει ακόμη πιο πολύ.
Είχαμε πει πολλά εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα με τον μαέστρο στο σπίτι του, κάπου στο Γαλάτσι, αφού τον είχα «αναγκάσει» να θυμηθεί παλιές ξεχασμένες ιστορίες, όπως π.χ. τα εγκαίνια του Mont Parnes το καλοκαίρι του ’61, τη γνωριμία του με τον Γιάννη Χρήστου, την άλλη γνωριμία του με τον Tom Jobim, στο Ρίο ντε Τζανέιρο πια, το 1968 και άλλα διάφορα…
Μου είχε πει, εννοώ, πολλά, πάρα πολλά (ακόμη και κάποιες πικρίες του εν σχέσει με τραγουδιστές και τραγουδίστριες που είχε βοηθήσει και που, στην πορεία, φάνηκαν αγνώμονες) και μερικά απ’ αυτά τα είχα μεταφέρει σε μιαν ενδιαφέρουσα, θέλω να νομίζω, συνέντευξη, που διαβάστηκε σ’ εκείνο το αφιερωμένο τεύχος τού Jazz & Τζαζ, τον Απρίλιο του 2007.
Με τον Γεράσιμο Λαβράνο βρεθήκαμε κι άλλες φορές το επόμενο διάστημα – παρότι αργότερα χαθήκαμε κάπως, όπως συχνά συμβαίνει με τους ανθρώπους. Θεωρούσε δε πολύ σημαντικό –και πάντα μου το τόνιζε– κάτι που είχα γράψει για ’κείνον σε ανύποπτο χρόνο.
Ενώ, λοιπόν, είχε περάσει καιρός από την έκδοση του περιοδικού με το CD του, εκείνος προτιμούσε να μην αναφέρεται στο συγκεκριμένο γεγονός, ενθυμούμενος πάντα κάτι μικρό, που είχε προηγηθεί και που για τον ίδιον είχε ξεχωριστή σημασία. Τον καταλάβαινα, γιατί ήταν το πρώτο. Κι ήταν εκείνο που τον είχε «ξεκλειδώσει», μαζί με ό,τι άλλο, ώστε ν’ αποφασίσει να μιλήσει.
Τον Ιανουάριο του 2007 (τέσσερις μήνες πριν την τιμητική έκδοση) είχα γράψει στο Jazz & Τζαζ κάποια κείμενα για τους συνθέτες τής exotica Martin Denny και Les Baxter. Εκείνα τα δύο κείμενα είχα φροντίσει να τα «κλείσω» μ’ ένα τρίτο που είχε τίτλο “Greek Exotica” και στο οποίο έκανα λόγο για το θρυλικό LP «Χορέψτε με το Γεράσιμο Λαβράνο και την Ορχήστρα του» [Polydor, 1965].
Είχα δημοσιεύσει, μάλιστα, και τη φωτογραφία της ορχήστρας από το back cover, σημειώνοντας χαρακτηριστικά (για κομμάτια του LP και ορισμένων ακόμη τραγουδιών του), πως είχαν να κάνουν με… «μιαν exotica ελληνική, που δεν έχει ανάγκη να τη συγκρίνουμε με κανέναν Baxter ή Denny».
Και λίγα είχα γράψει, εδώ που τα λέμε, για έναν αληθινά πρωτοπόρο μουσικό. Όχι με την έννοια της αβαντγκάρντιας, αλλά με την έννοια των συνεχών πρωτότυπων ιδεών και θεαμάτων (επιτυχίες στη Γαλλία, jazz, exotica, rebeta nova, soundtracks, γιάνκες, soul music, go go girls, Ρίο ντε Τζανέιρο, Poll κ.λπ.), που εφάρμοζε και ανέβαζε στα κέντρα της Αθήνας (και του εξωτερικού) στα χρόνια του ’60 και του ’70. 
Εδώ η συζήτησή μας…

Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2016

το πολύ καλό άλμπουμ “V.O.L 3” των 2002 GR από το 1982 (γιατί θα πρέπει να ντρεπόμαστε για ’κείνα που μας άρεσαν μικροί;)

Αν το 1981 ήταν η χρονιά των Sharp Ties και των Scraptown, δύο συγκροτημάτων δηλαδή που αφουγκράζονταν τον βρετανικό ήχο της εποχής, τον ήχο της 2 Tone ας πούμε (Madness, The Specials, Bad Manners κ.λπ.) και των UB40, το 1982 ήταν η χρονιά των 2002 GR – εννοώ πως δεν ήταν η χρονιά ούτε του Σιδηρόπουλου, ούτε της Σπυριδούλας, που τους ακούγανε τα… περιθώρια. Το γκρουπ που άκουγες παντού, στα μπαρ, στις παμπ, στις καφετέριες, στο ραδιόφωνο, στην τηλεόραση, ακόμη και στα διαλείμματα των θερινών κινηματογράφων ήταν οι 2002 GR. Αυτό το γκρουπ είχε επιτυχία, και αυτό... επιδοκίμαζε ο λαός. Καλώς ή κακώς (εγώ θα πω «καλώς») αυτό ήταν.
Πρώτη φορά που άκουσα 2002 GR ήταν στο ραδιόφωνο, σε πειρατικό σταθμό. Ήταν ένα track που με είχε κάνει να τα χάσω. Τόσο πολύ μου άρεσε. Ήταν το... ροκ-αμανετζίδικο-σκυλάδικο «Θυμάμαι», το οποίον ο πειρατής το έβαζε και το ξαναέβαζε συνεχώς, αλλά δίχως να μιλάει. Δίχως να λέει περί τίνος επρόκειτο δηλαδή. Θυμάμαι, επίσης, πως εκείνη την εποχή, σε προσωπικό επίπεδο που λέμε, άκουγα συνεχώς τον «Ξαναπέ» του Νικόλα Άσιμου, και παρότι γούσταρα (ανάμεσα σε άλλα) κι εκείνη την ανάμειξη ροκ και λαϊκού που επιχειρούσε ο μακαρίτης, το «Θυμάμαι» ήταν κάτι άλλο. Ερχόταν από αλλού. Δεν είμαι σίγουρος πότε ανακάλυψα πως το κομμάτι αυτό το έλεγαν οι 2002 GR τελικώς. Μάλλον πρέπει να συνέβη λίγο αργότερα, όταν αγόρασα το “V.O.L 3”, καθώς από παντού ακούγονταν πλέον το «Αύριο», η «Μαγική Αυλή» και όλα τα υπόλοιπα.
Εντάξει, μπορεί ως… ιντελέκτουελ να πούμε ν’ ακούγαμε τότε και τα πρώτα δισκάκια της Creep (μιλάω πάντα για τα ελληνικά ακούσματα), αλλά το fun δεν το εύρισκες σ’ αυτά. Το εύρισκες σε τούτο τον παλιό ελληνοροκά που άκουγε (και ακούει) στο όνομα Ηλίας Ασβεστόπουλος. Γιατί ο Ασβεστόπουλος είναι πολύ μάγκας – κάτι που το δείχνει εξάλλου από το 1966, καθώς τότε γράφει το “Drive my Mustang” των Persons (ως γνωστόν θα πω), ένα από τα top-5 greek garage-punk των sixties.
Το 1982 δεν είμαι καθόλου σίγουρος αν γνώριζα τους 2002 GR ή σκέτο 2002 από τα προηγούμενα LP τους (το «Πόλα» του ’74 και τον «Σιδερένιο Άνθρωπο» του ’75), θυμόμουν όμως τον Ασβεστόπουλο από ένα τραγούδι του από το «Γαλάζιο Όνειρο» (1977), που το άκουγα στις διαφημιστικές εκπομπές της Columbia και μου άρεσε πολύ. Το τραγούδι λεγόταν «Μια μέρα θα ξανάρθω» και ήταν γραμμένο (μουσική-στίχοι) από τον Άκη Σκαμάγκα (άλλη μια αγνοημένη «μορφή» του ελληνικού ροκ).
Ρίχνω λοιπόν στο πλατώ το “V.O.L 3” και παθαίνω πλάκα. Το ένα τραγούδι καλύτερο από το άλλο!
Το άλμπουμ άνοιγε με τη «Μαγική αυλή», συνέχιζε με το «Είπες πως», το hit «Αύριο» του Χρήστου Κυριαζή, το έξοχο «Άννα» του Στέλιου Καραΐνδρου, για να κλείσει η πλευρά με το ανατολίτικο «Θυμάμαι» (Ασβεστόπουλος - Χατζησόγλου)… κομμάτι που αν το άκουγαν, τότε, οι ανάλογοι Εγγλέζοι θα λιποθυμούσαν.
Και η δεύτερη πλευρά, όμως άνοιγε «γαμάτα». «Μονάχα εσύ» (Ασβεστόπουλος) και καπάκι το «Αχ καϋμένη» του Γιάννη Κιουρκτσόγλου – ίσως το ωραιότερο track του δίσκου. Ο Κιουρκτσόγλου περιγράφει την ιστορία μιας γκόμενας που πουλήθηκε για τα φράγκα, με τη μαμά της να κάνει πλάτες… και με τον Ασβεστόπουλο να δίνει, εδώ, την ερμηνεία της ζωής του. Ακολουθούσαν τρία τραγούδια με αγγλικό στίχο (“Love rhyme”, “Your loves a”, “Best of times”), που δεν ήταν άσχημα (ιδίως το “Best of times”), δείχνοντας ακόμη περισσότερο τις reggae-ska αναφορές των 2002 GR, που τότε τους αποτελούσαν οι: Ηλίας Ασβεστόπουλος τραγούδι, Γιάννης Χατζησόγλου κιθάρα, Στέλιος Καραΐνδρος ντραμς και Σωτήρης Καραούλιας μπάσο, ενώ ως guest βοηθούσε, κάνοντας πολύ καλή δουλειά στα keyboards, ο Κώστας Γανωσέλης.
Μπροστά στις «Ηρωίνες» (Σιδηρό) που γουστάρανε κάτι γνωστοί μου ψwλοβρόντες και τους «Χουλιγκάνους» των Σπυριδούλα που…δεν τους ένοιωθε κανείς… γι’ αυτό τα σπάγανε τα καημένα τα παιδιά… τα τραγούδια των 2002 GR ήταν σκέτο βάλσαμο. Ωραίες μουσικές, γερά, απλά και καθημερινά λόγια, παιξίματα, όπως πάντα πολύ πρώτα, ωραίες ερμηνείες από τον Ασβεστόπουλο και μιαν απλώς ανεκτή παραγωγή, ήταν εκείνα που χαρακτήριζαν έναν από τους καλύτερους ελληνικούς ροκ δίσκους που κυκλοφόρησαν εκεί στις αρχές των eighties.
Φυσικά το “V.O.L 3” είχε πατώσει στις κριτικές της εποχής, καθότι τα «βαριά πεπόνια», που γράφανε στα περιοδικά, αδυνατούσαν να αντιληφθούν το απλό και το ουσιαστικό, που κόμιζαν αυτά τα πανέμορφα τραγούδια. Να, τι έλεγε σε πέντε γραμμές ο Χ.Χ. (μάλλον ο Χρήστος Χατζής) στη Μουσική (τεύχος 54, Μάης 82). Μεταφέρω όλη την κριτική (τα κεφαλαία και η έμφαση δεν είναι δικά μου, δικά μου είναι τα... σ.σ.):
«Ο Ασβεστόπουλος μάζεψε μερικούς μουσικούς που δεν τα πάνε καθόλου άσχημα (αλήθεια το λέω ΔΕΝ κάνω πλάκα) (σ.σ. σιγά ρε μεγάλε… μας έσκισες). Εδώ η παραγωγή και η ηχοληψία βοηθάνε με διάφορα εφφέ να καλύπτουν λάθη (σ.σ. ;!) και να βγαίνει ένα μερικές φορές εντυπωσιακό αποτέλεσμα (σ.σ. μπαα;). Εκεί που χωλαίνουν οι 2002 είναι πρώτο (και λιγότερο) η σύνθεση που τις περισσότερες φορές είναι υποτυπώδης και χωρίς έμπνευση (σ.σ. τι λέει ο άνθρωπος!), ύστερα οι αδιάφοροι έως κακοί στίχοι (σ.σ. είπαμε, όλοι αυτοί με τι θα ικανοποιούνταν) και τέλος η ερμηνεία του Ηλία Ασβεστόπουλου, που ανέκαθεν ήταν κακός τραγουδιστής (σ.σ. ό,τι να ’ναι). Τα τρία αγγλόφωνα κομμάτια του δίσκου είναι καλύτερα (σ.σ. αντιλαμβάνεστε σκεπτικό…) ίσως επειδή δεν καταλαβαίνουμε τι λένε (σ.σ. …). Ξεχάσαμε να σας πούμε ότι ο δίσκος κινείται σε New Wave πλαίσια! Έτσι όπως πάμε σε λίγο το “ελληνικό ροκ” θα είναι υπόθεση του Χριστοδουλόπουλου…». Καρέ της... εξυπνάδας.
Ακούστε το άλμπουμ μόνοι σας (με ψυχή ε;) και βγάλτε τα συμπεράσματά σας…
 

Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2016

δύο άλμπουμ της GIZEH RECORDS

Η Gizeh Records είναι μια βρετανική εταιρεία (έχει για έδρα της το Μάντσεστερ), που ιδρύθηκε το 2004. Στον κατάλογό της συναντάς διάφορα ονόματα, οι μουσικές των οποίων μπορεί να ξεκινούν από το νέο rock (αυτό που αποκαλείται post-rock), φθάνοντας μέχρι τη σύγχρονη κλασική και το πείραμα. Για δύο από τις πιο πρόσφατες κυκλοφορίες της θα πούμε τώρα λίγα λόγια…
CHRISTINE OTT: Only Silence Remains [Gizeh GZH66, 2016]
Γαλλίδα συνθέτρια είναι η Christine Ott, γνωστή, σε όσους, ως συνεργάτιδα επί χρόνια τού Yann Tiersen. Βασικό όργανο τής Ott είναι τα κύματα Μαρτενό (ondes Martenot), αυτό το πρώιμο ηλεκτρονικό που εδώ, θα λέγαμε, έχει την τιμητική του – κατά μίαν έννοια βεβαίως, αφού η Ott χειρίζεται περαιτέρω πιάνο, αρμόνιο, κρουστά και άλλα τινά. Δίπλα της, τώρα, στα διάφορα tracks, υπάρχουν και κάποιοι guests σε harpsichord, κοντραμπάσο, τσέλο, βιμπράφωνο, ηλεκτρονικά και φωνές – αν και το πιάνο με τα κύματα Μαρτενό είναι τα βασικά όργανα, μέσα από τα οποία περνούν οι μελωδίες τής Ott (η Γαλλίδα, ας το πούμε, είναι βασικά μελωδός).
Θα μπορούσε κάποιος να μιλήσει για μια neo-classical αφήγηση, με πολλά στοιχεία νεορομαντισμού της γαλλικής σχολής, ανακατεμένα στην πορεία με τις σύγχρονες new-age, ambient και σίγουρα λιγότερο minimal αναφορές. Οι συνθέσεις τής Ott είναι αλήθεια δηλαδή πως «οικοδομούν» περιβάλλοντα με τέτοια χαρακτηριστικά – χωρίς, ωστόσο, να χάνουν το ενδιαφέρον τους (απεναντίας!) ακόμη και όταν φλερτάρουν με το πείραμα ή την… αποδόμηση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η σύνθεσή της “Tempête”, που ξεπερνά τα εννέα λεπτά και που αποτελεί, ίσως, το πιο ενδιαφέρον κομμάτι τού “Only Silence Remains”. Πρόκειται για ένα εικονοκλαστικό αφήγημα, χωρίς σαφή κατεύθυνση, γεμάτο όμως από καίριες «εκπλήξεις». Θόρυβοι, εφφέ, ηλεκτρονικά, ελεύθερη αυτοσχεδιαστική ανάπτυξη στη μεγαλύτερη διάρκειά του κι ένα περισσότερο προφανές, αλλά όχι εκτός τόπου και χρόνου, κλείσιμο. Εξίσου ενδιαφέρον παρουσιάζει, όμως, και το έσχατο Disaster”, που ξεκινά κάπως μηχανιστικά, για ν’ ακολουθήσει τάχιστα τις γραμμές τής electro romance τού David Sylvian και του... αναλόγου ήχου της 4AD.
Πολύ καλό άλμπουμ, που αναπτύσσεται, όπως πρέπει, όσο κυλάει ο χρόνος του.
ANDERS BRØRBY: Nihil [Gizeh GZH65DP, 2016]
Ελάχιστα πράγματα γίνονται γνωστά για το… παραμέσα τού “Nihil” του Anders Brørby. Στο ένα από τα δύο χαρτάκια (inserts), που συνοδεύουν αυτή την πολύ περιποιημένη, όσο και limited έκδοση, τα μόνα που αναγράφονται είναι τούτα: “written and produced by Anders Brørby”, “additional analogue mixing by Thomas Oxem”, “mastered by James Plotkin”. Τίποτ’ άλλο. Χρειαζόταν κάτι περισσότερο; Πιθανώς όχι. Η μουσική, και στην περίπτωση του “Nihil”, μιλάει από μόνη της…
Βασικά, εδώ έχουμε ένα ακόμη περιβαλλοντικό έργο, πείτε το ηχογράφημα αν το «έργο» πέφτει βαρύ, που ταιριάζει όσο δεν φαντάζεστε με το προηγούμενο CD τής Ott. Όχι πως είναι «το ίδιο», δείχνει όμως το προς τα πού το πάει η Gizeh Records μ’ αυτές τις πιο πρόσφατες κυκλοφορίες της.
Ηλεκτρονικά κι εδώ, πολλά ηλεκτρονικά, που δημιουργούν άλλοτε περισσότερο αφηρημένες και άλλοτε πιο αναμενόμενες ηχητκές καταστάσεις. Υπάρχουν θόρυβοι χαμηλής εντάσεως και κυρίως ένα μελωδικό άπλωμα, που κινείται αργά προς την καρδιά του krautrock, το “Zeit” των Tangerine Dream π.χ, καθώς οι χαλαροί πληκτρονισμοί, θυμίζουν, συχνά, soundtracks περιβαλλοντικών ντοκιμαντέρ. Υπάρχουν πολύ ενδιαφέροντα θέματα στο “Nihil” με πρώτο το “From the window above the lake”, που αναπτύσσεται... οργιαστικά, ενώ το μεγαλύτερο σε διάρκεια track του CD, το 10λεπτο “We sat in silence, watching each other disappear”, σε συνεπαίρνει με την καταιγιστική και… υποχθονίως θορυβώδη διαδρομή του.
Η Gizeh Records εισάγεται στην Ελλάδα από την Recordisc, επαφή: www.recordisc.wordpress.com

Τρίτη, 2 Αυγούστου 2016

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΚΟΡΔΗΣ Mediterrana

Τον πιανίστα Λευτέρη Κορδή τον θυμάμαι από το 2003, όταν ως μέλος του Ionian Jazz Ensemble, του jazz σχήματος που ξεπήδησε από το Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου στην Κέρκυρα, συμμετείχε στην ηχογράφηση ενός CD, που είχε μοιραστεί, τότε (Μάρτιος 2003), με το τεύχος 120 του Jazz & Tzaz. Από τότε έχουν περάσει 13 χρόνια… και όλα αυτά τα χρόνια η καριέρα του Κορδή  είναι αλήθεια πως έχει αποκτήσει πια άλλες διαστάσεις, για να μην πούμε πως έχει απογειωθεί. Αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στο βιογραφικό του και θα καταλάβει… http://www.leftchordmusic.com/leftchordmusic.com/Bio_%28Greek%29.html.
Το πιο πρόσφατο άλμπουμ του Λευτέρη Κορδή, που, βεβαίως, μας έρχεται από την Αμερική και την εταιρεία του Greg Osby, την Inner Circle Music, έχει τίτλοMediterrana (Goddess of Light)”, είναι ηχογραφημένο σε δύο sessions (Νοέμβρης ’13-Μάρτης ’15) και είναι αυτό που θα μας απασχολήσει στη συνέχεια…
Να πούμε κατ’ αρχάς πως ο Κορδής έκανε στην Αμερική ένα ελληνικό-ελληνικότατο άλμπουμ. Μπορεί αυτό να το αποκαλεί “Mediterrana”, καθότι στον κόσμο τού Νέου Κόσμου δεν είναι πάντα και τόσο σαφές το τι σημαίνει «Ελλάδα», όμως στην πράξη μιλάμε για ένα CD με απόλυτες ελληνικές μουσικές μνήμες, που μπορεί να ξεκινούν από την Ικαρία και το Σιδηρόκαστρο και να φτάνουν μέχρι τον Άγιο Ιωάννη το Ρώσο στην Εύβοια και το Λυβικό Πέλαγος. Δίπλα στον Κορδή σ’ αυτό το συναρπαστικότατο, ανά τόπους, ταξίδι βρίσκονται έλληνες και ξένοι μουσικοί, άλλοι σε πιο στενό ρόλο, και άλλοι κάπως σαν guests. Να τους αναφέρουμε, επειδή η παρουσία τους είναι και σημαντική και ενδεικτική τού τι πάνω-κάτω ακούγεται στο άλμπουμ. Πρόκειται λοιπόν για τους: Πέτρο Κλαμπάνη κοντραμπάσο, Ziv Ravitz ντραμς, Roni Eytan φυσαρμόνικα, Βασίλη Κώστα λαούτο, Χάρη Λαμπράκη νέι, Alec Spiegelman κλαρίνο, μπάσο κλαρίνο, John Lockwood κοντραμπάσο, Sergio Martinez Diaz κρουστά και βεβαίως τον Λευτέρη Κορδή σε πιάνο και Korg σύνθι σ’ ένα κομμάτι. Ποιο είναι αυτό το κομμάτι; Ας ξεκινήσουμε από ’κει ακριβώς…
Είναι το εισαγωγικό τού άλμπουμ, το “In the land of Phrygians”, που διαρκεί περί τα έξι λεπτά. Το κομμάτι αυτό έχει λαϊκό/ ανατολίτικο χρώμα. Ο Κορδής έχει πράξει το τελειότερο. Παίρνει το east minor ηχόχρωμα από το νέι του Χάρη Λαμπράκη και το… πανηγυριώτικο λαϊκό από το «φτηνό» Korg. Το αποτέλεσμα συναρπάζει. Ιδίως το παίξιμο στο Korg είναι όλα τα λεφτά! Το επόμενο track πλησιάζει σε διάρκεια τα δέκα λεπτά και τιτλοφορείται “Yota”. O Κορδής λέει πως “Yota” είναι το Πνεύμα της Αρτέμιδος. Ανεξαρτήτως… το κομμάτι αυτό είναι ένα από τα πιο «φωτεινά» του άλμπουμ, καθώς η μελωδία του αναδεικνύεται σταδιακώς, πριν ολοκληρωθεί μέσα, πάντα, στο πλαίσιο που μπορεί να οικοδομήσει ένα πιάνο-τρίο (Κορδής, Κλαμπάνης, Ravitz). Η “Mediterrana”, που τυγχάνει να είναι το επόμενο track, είναι ένα φανταστικό πρόσωπο από την Σπάρτη, με αφρικανικά και αραβικά γνωρίσματα. Το ίδιο και η μουσική. Το ίδιο και η σύνθεση της ορχήστρας, εδώ, που περιλαμβάνει ακόμη φυσαρμόνικα και λαούτο, και επιπλέον κρουστά (cajon και claps). Διακρίνεται, μάλιστα, κι ένα παιχνίδι… με τα διάφορα ηχοχρώματα να συμβάλλουν προς μιαν εύθυμη κατάσταση. Το “Deep green” έχει ρίζες από την βόρεια Ελλάδα – πιο συγκεκριμένα παίρνει αφορμή από τα ιαματικά λουτρά του Σιδηροκάστρου (Σέρρες). Ατμόσφαιρα «χαλαρή», λίγες νότες που διαρκούν, με το πιάνο, το κοντραμπάσο και τη φυσαρμόνικα να πρωταγωνιστούν. Στο “The raven and the fox” έχουμε τον γνωστό μύθο του Αισώπου (με την αλεπού και τον κόρακα) να μεταφέρεται/ μετατρέπεται σ’ ένα ζωηρό piano-trio, ενώ στο “Journey with pilgrims” ο Κορδής μεταπλάθει για πιάνο, φυσαρμόνικα και λαούτο, μια δυνατή (έτσι όπως την περιγράφει) προσωπική εμπειρία του στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Ρώσου στην βόρεια Εύβοια. Η σύνθεση κινείται σε αργό τέμπο, έχοντας έναν κάπως τελετουργικό χαρακτήρα. Το προτελευταίο κομμάτι τού άλμπουμ είναι η διασκευή του Λευτέρη Κορδή στο “And I love her” των Beatles (πρόκειται για την μοναδική version του “Mediterrana”). Αν και η διασκευή αγγίζει τα επτά λεπτά, εντούτοις ποτέ δεν «χάνεται». Piano-trio έχουμε κι εδώ με παιξίματα απ’ όλους (και με πρώτον τον πιανίστα) που σπαρταράνε. Το CD θα κλείσει με το “Nas”, στο οποίο ακούγονται επιπλέον φυσαρμόνικα, κλαρίνο και μπάσο κλαρίνο. Το κομμάτι παίρνει τον τίτλο του από τον οικισμό τού Να, στην Ικαρία. Όπως διάβασα σ’ ένα ταξιδιωτικό site (visitikaria.gr)… «πολλά στοιχεία επιτρέπουν στους μελετητές να πιστεύουν ότι ο Νας αποτελούσε και βασικό οικισμό του νησιού. Μάλιστα, θεωρείται ότι πήρε το όνομά του είτε από τη λέξη Ναός είτε από τη λέξη Μα – όπως λεγόταν η θεά Άρτεμις στη Μικρά Ασία δηλαδή, με τη λατρεία της να έρχεται στην Ικαρία κατά τους μεταμινωϊκούς χρόνους. Έτσι, χτίστηκε ναός αφιερωμένος στην θεά Άρτεμις». Ο Κορδής έχει επισκεφτεί την περιοχή προφανώς, και από ’κει εμπνεόμενος ολοκληρώνει το CD μέσα σ’ ένα κλίμα ηρεμίας και αυτοσυγκράτησης.
Ένα πολύ ενδιαφέρον άλμπουμ σύγχρονης… μεσογειακής jazz είναι το “Mediterrana”, δημιουργημένο από έναν έλληνα μουσικό που διαπρέπει, τώρα, στο εξωτερικό.