Δευτέρα, 23 Απριλίου 2018

VIBRAVOID αδιανόητη cosmic-psych εμπειρία!

Το ότι έχουν ξεσαλώσει οι Γερμανοί Vibravoid, κυκλοφορώντας το ένα άλμπουμ μετά το άλλο είναι, σίγουρα, γνωστό στους φίλους τους – που είναι πολλοί και στην Ελλάδα. Εδώ θα παρουσιάσουμε τις πιο πρόσφατες δουλειές τους, που θα είναι διαθέσιμες για όλους σε κανα μήνα από τώρα (25 Μαΐου) όπως διαβάζω.
VIBRAVOID: Vibrations from the Cosmic Void [Stoned Karma SK012CD, 2018]
Το νέο… κανονικό άλμπουμ των Vibravoid λέγεται “Vibrations from the Cosmic Void” και θα κυκλοφορήσει σε τέσσερις μορφές (και σε digital). Σε διπλό LP+CD και σε 200 κόπιες, σε σκέτο διπλό LP και σε 300 κόπιες (και στις δύο περιπτώσεις το δεύτερο bonus LP είναι το “Live at Rheinkraut Festival 2018”), σε απλό LP χιλίων αντιτύπων, καθώς και σε σκέτο CD με δύο bonus tracks. Διαλέγετε και παίρνετε… Εμείς, έχουμε εξασφαλίσει ήδη το CD και γι’ αυτό θα πούμε τώρα… όσα ακολουθούν.
Οι Vibravoid είναι μια… παλαιολιθική μπάντα κάπως all around. Οι άνθρωποι είναι με τα μπούνια χωμένοι στον παλαιό ψυχεδελικόν ήχο, που φτάνει μέχρι το… δικό τους krautrock, τον οποίον επαναφέρουν στο τώρα μ’ ένα σύγχρονο και κάπως πληθωρικό πρόσωπο. Φαίνεται, ή μάλλον είναι σίγουρο, πως γουστάρουν πολύ αυτό που κάνουν, αλλιώς δεν εξηγείται εύκολα τέτοια προσήλωση και τέτοια «χάσιμο» στις παλαιές και ακαταμάχητες αξίες.
Το άλμπουμ ανοίγει με το 3λεπτο “Vibrations from the cosmic void part II”, ένα βαρυφορτωμένο track πνιγμένο στα εφφέ και την ψυχεδελική παραζάλη, που διαθέτει ωραία παιξίματα στην κιθάρα και στα πλήκτρα σε πρώτη φάση – τα πλήκτρα για τα οποία φρονώ πως κάνουν και τη διαφορά, καθότι έχουν seventies ηχόχρωμα, ενώ όλα τα υπόλοιπα αποτελούν… σιξτίλα. Τελειώνει γρήγορα το κομμάτι και κάπως έτσι, και χωρίς κενό, περνάμε στο 5λεπτο “The modular system”. Ωραίο instro, με γερό ρυθμικό τμήμα, αλλαγές και κοψίματα, που το μετατρέπουν αμέσως σε «επιτυχία». Αν έκανα πρόγραμμα σε ραδιοφωνικό σταθμό… για καμμιά βδομάδα θα το μετέδιδα πάντα πρώτο. Και μετά δεύτερο… Το πρώτο δαιδαλώδες θέμα είναι το 13λεπτο “Melodies of the star”, που έχει και φωνή (όχι τραγούδι ακριβώς), αλλά αυτό είναι το λιγότερο. Το κομμάτι είναι και αυτό εξαιρετικό, παντελώς «χαμένο», με τα οργανικά στρώματα (κιθάρες, πλήκτρα, εφφέ) να επικάθονται το ένα πάνω στο άλλο με δύναμη, δημιουργώντας μία εκτατική φούσκα, την οποίαν αναμένεις να κάνει «μπαμ» στο κάθε επόμενο δευτερόλεπτο. Κάνει («μπαμ») σταδιακώς και μετά τη μέση… σ’ ένα παρατεταμένο ντεμαράζ, που αν εξαιρέσεις τις πενιές που ακούγονται κάπως off, θα το ζήλευαν και οι Hawkwind (και οι Cosmic Dead φυσικά... και άλλοι διάφοροι). 
Το επόμενο κομμάτι, που θα ξεκινά, λογικώς, τη δεύτερη πλευρά του LP, είναι το σχεδόν 20λεπτο “The intergalactic playground”. Εδώ οι κατευθύνσεις είναι kraut / cosmic, με ευρεία χρήση και ινδικών, ρυθμικών και μελωδικών, στοιχείων. Κι εδώ η ανάπτυξη έχει τη λογική του παλίμψηστου, με τις «κρυμμένες» επιφάνειες και με τα νέα στρώματα, που επικάθονται για να τις σκεπάσουν. Το άλμπουμ θα κλείσει με το “Frequencies of the cosmos” ένα επιβλητικό, 2λεπτο κομψοτέχνημα, που φέρνει στο νου μου τα «Τοπία»(!) του Δημήτρη Παπαδημητρίου επί το… λυσεργικότερον φυσικά.
Το πρώτο bonus είναι το 20λεπτο electronic-krautMirrorspace” και σαν ιδέα δεν διαφέρει και πολύ από το… αδελφάκι του “The intergalactic playground”, με το “Milchstrasse 14, Köln”, που κλείνει το CD, να αποτελεί μια κλασική (και εξαιρετική) γερμανική πρόταση με υπαινιγμούς από πρώιμους Tangerine Dream και ακόμη Michael Hoenig, Klaus Schulze και… Pink Floyd (για να λέμε τα βασικά).
VIBRAVOID: Live at Rheinkraut Festival 2018 [Stoned Karma SK013CD, 2018]
Το δεύτερο άλμπουμ των Vibravoid, που θα κυκλοφορήσει την 25η του Μάη μόνο σε 2CD (και σε digital), είναι το ζωντανό στο φετινό Rheinkraut Festival του Ντίσελντορφ. Το γερμανικό φεστιβάλ γίνεται σε… δόσεις, καθώς απλώνεται μέσα σε όλη τη χρονιά, με την αρχή του πάντως να τοποθετείται την 16η Φεβρουαρίου τρέχοντος, με τις εμφανίσεις των Vibravoid και των Apparillo. Αυτό που ακούμε, εδώ, στα δύο CD τού live, είναι κάτι διαφορετικό (σε σχέση με τους Vibravoid πάντα). Κατ’ αρχάς, κάθε CD περιλαμβάνει ένα μόνο κομμάτι! Το CD1 έχει πάνω του το 47λεπτο(!) “Your mind is at ease” και το CD2 το 71λεπτο(!) Ballspeaker” (γνωστά, αμφότερα, από παλαιότερες δουλειές του). Οι… τερατώδεις διάρκειες, λοιπόν, αποτελούν ένα πρώτο θέμα, καθώς από μόνες τους είναι ικανές να δημιουργήσουν νέα δεδομένα.
Το πρώτο κομμάτι είναι ένας krautrock ποταμός, που ρέει κατά τον τρόπο των Gila και των Ash Ra Tempel. Οι Vibravoid (Ufo Walter μπάσο, Frank ντραμς, Christian κιθάρες) αποδεικνύουν, εδώ, πως δεν είναι μια απλή στούντιο μπάντα, που μπορεί να μεταχειρίζεται τα εφφέ και τις κονσόλες σαν κανονικά όργανα πολλαπλασιάζοντας τεχνηέντως το drop out, αλλά κι ένα γκρουπ τού πάλκου, ικανό να μεταφέρει την ίδια ώρα στη σκηνή όλα εκείνα τα ψυχεδελικά ρίγη (τα αναγνωρίσιμα από τις στουντιακές δουλειές τους) με την ίδια απαράμιλλη σφοδρότητα. Κάτι που, επί του παρόντος, συμβαίνει μάλλον με απλότητα και με ευκολία, ασχέτως αν οι Γερμανοί αρνούνται να πατήσουν «στοπ», παρά μόνο αν βαρεθούν οι ίδιοι.
Η ερώτηση είναι απλή. Τι μπορεί να έχεις κατά νου, όταν αποφασίζεις ν’ ανεβείς στη σκηνή, για να παίξεις ένα κομμάτι 71 λεπτών; Σίγουρα όχι πολλά και συγκεκριμένα. Σίγουρα κάποιες αρχικές ρυθμικές βάσεις, σίγουρα κάποιες ρέουσες μίνιμαλ μελωδίες, και σίγουρα μιαν ετοιμότητα, που θα έχει κατακτηθεί μέσα από τις συνεχείς και εξαντλητικές πρόβες (εκεί όπου σφυρηλατείται και η ενότητα τής ομάδας). Από ’κει και πέρα απαιτούνται σωματική και ψυχική δύναμη, αυτοκυριαρχία, γνώση και διάθεση για αυτοσχεδιαστική περιπέτεια και φυσικά μια σιγουριά πως αυτό που θα παρουσιάσεις δεν θ’ αφήσει κανέναν ασυγκίνητο. Τώρα, αν αφήσει κάποιους αυτό είναι άλλο θέμα, αλλά, σε κάθε περίπτωση, δεν γίνεται να παίζεις αδιαφορώντας για ’κείνο που θα συντελείται από κάτω – να μην σου διαφεύγει δηλαδή πως ένα κομμάτι 71 λεπτών είναι δοκιμασία, την ίδια στιγμή, και για το ακροατήριο. Οι Vibravoid δείχνουν, και εδώ, πως είναι ένα άλλο, ένα διαφορετικό ροκ γκρουπ. Ένα γκρουπ, που ξέρει να παίζει με τις πάσης φύσεως αντοχές και να βγαίνει κερδισμένο.
Άκουσα, φυσικά, με τη μία το “Ballspeaker”, ένα θηριώδες track που δεν είναι εύκολο να το περιγράψεις. Οι Vibravoid παίζουν βεβαίως με τους χρόνους –αν αυτό το παιγνίδι δεν σου βγει, τότε είσαι χαμένος από χέρι– ξέρουν πότε πρέπει να φρενάρουν, πότε να ανεβάσουν ταχύτητα, πότε να οδηγήσουν στο ρελαντί και πότε… δωσ’ του και όποιον πάρει ο χάρος. Η φάση είναι, πάντως, πως εδώ υπάρχουν… πολύ CAN, και πως αν δεν έχεις στη διάθεσή σου μπασίστα ογκόλιθο… κατεβαίνεις από τη σκηνή στο πι και φι. Δεν είναι, λοιπόν, ότι εδώ καταγράφεται ουσιαστικά μια διασκευή τού “Mother Sky”, είναι πως έχοντας αυτό το ιστορικό track για βάση τους, οι Vibravoid πράττουν το ακατόρθωτο. Να χτίσουν βήμα-βήμα μία 15λεπτη, χοντρικά, εισαγωγή του και από ’κει και κάτω ένα «σώμα», που, μέσα από τις ποικίλες και εντυπωσιακές διαδρομές του, θα τους οδηγήσει, 55 λεπτά αργότερα, στο τέλος.
Οι Vibravoid πράττουν κάτι αδιανόητο εδώ, αλλά το κατάφεραν επειδή είναι… αδιανόητο συγκρότημα οι ίδιοι. Μιλάμε για ΜΟΝΑΔΙΚΗ ακουστική εμπειρία!
Επαφή: www.stonedkarma.com
 

Κυριακή, 22 Απριλίου 2018

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 91

22/4/2018
Το κλιπ είναι από την ταινία του Παύλου Τάσσιου «Οι Αντίζηλοι» (1968) με το Χρήστο Νέγκα, το Θανάση Μυλωνά και τη Χλόη Λιάσκου – που τρόμαξα να την γνωρίσω όταν είδα την ταινία, επειδή την είχα στο νου μου ξανθιά (και) από τους κάπως χαζούς ρόλους, που ετοίμαζε για κείνην ο Δαλιανίδης.
Οι «Αντίζηλοι» ήταν η τελευταία ταινία τής πανέμορφης και κομψότατης Λιάσκου και αξίζει (η ταινία) μόνο για το μεγάλο τραγούδι του Γιάννη Σπανού και του Άκου Δασκαλόπουλου, που λέει μοναδικά ο Πουλόπουλος. Α… και για τη Λιάσκου φυσικά…

22/4/2018
Ξεβλάχεμα στα σέβεντις. Όχι glossy τσαπα-τσούλες τώρα...

21/4/2018
Τα πιο βλακώδη, αστεία και επικίνδυνα εν τέλει κείμενα για τα 51 χρόνια από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου θα τα διαβάσεις στην Athens Voice. Από τις παρατεταμένες βλακείες του Δημήτρη Φύσσα σημειώνω δύο από τις… δέκα συνοπτικές σκέψεις του γύρω από τη χούντα:
>>Δ. Απλοϊκός αντικομμουνισμός, που έστειλε μια ολόκληρη γενιά προς την Αριστερά: έτσι η χούντα έδωσε το «φιλί της ζωής» σε μια πολιτική τάση που διεθνώς πνέει σήμερα τα λοίσθια (πλην Ελλάδας, βέβαια). Δηλαδή σε μια άλλη θρησκεία.<<
Ο αντικομμουνισμός της χούντας δεν ήταν καθόλου απλοϊκός. Ήταν μεθοδικός και επιστημονικός (σε συνεργασία πάντα με τους Αμερικάνους) και με πρωτεργάτες τους «θεωρητικούς» Γεωργαλά, Πλεύρη κ.ά. Και καμμιά χούντα δεν έδωσε κανένα «φιλί ζωής» στην Αριστερά. Τη ζωή της η Αριστερά την καταμέτρησε στην Κατοχή, μέσω του μαρτυρικού, απελευθερωτικού αγώνα τού ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Και αυτόν τον αγώνα, και τους ανθρώπους του (όσοι πολέμησαν τον κατακτητή και τον ντόπιο συνεργάτη των Ναζί και όσοι εμπνεύστηκαν στην πορεία από κείνους τους αγώνες) είχαν πάντα κατά νου να ρημάξουν οι δωσίλογοι της χούντας.
Και γιατί αυτός ο ακροβατισμός στο σήμερα (για την «πολιτική τάση που διεθνώς πνέει τα λοίσθια (πλην Ελλάδας)»; Πού κολλάει; Μόνο στο μένος των πιο αντιδραστικών και σκοταδιστών φιλελέδων να φανούν, από την πίσω πόρτα, ως υποστηρικτές κατά βάση τού έργου τού Παπαδόπουλου. Ε, καλός ήταν, ασχέτως αν δεν τα κατάφερε και πολύ καλά… να ξεκληρίσει τους κομμουνιστές. Αυτή είναι η λογική τους. Μ’ έναν Πινοσέτ θα ήταν, σίγουρα, πιο ευχαριστημένοι!
>>Ε. Αισθητική του χειρίστου είδους: «Άγνωστος πόλεμος», τηλεόραση ΥΕΝΕΔ, «ελαφρολαϊκά» τραγούδια, «Πολεμική Αρετή των Ελλήνων», χαζοχαρούμενες κωμωδίες, «Ολυμπιάδα τραγουδιού», τσάμικα του Παπαδόπουλου και του Παττακού, γκρέμισμα του ρολογιού και ύψωση του γιαπιού «Εμπορικό Κέντρο» στον Πειραιά, «Οι γενναίοι του Βορρά» κλπ.<<
Άμα δε γούσταρε ο Φύσσας να βλέπει «Άγνωστο Πόλεμο» ας έβλεπε «Παράξενο Ταξιδιώτη» με τον Αλέξη Δαμιανό, που επί χούντας γύρισε, με τη βοήθεια του Στρατού, τη σημαντικότερη για πολλούς ελληνική ταινία, την Ευδοκία (και ας ψάξει να δει πού ήταν ο Δαμιανός επί δικτατορίας). Και όποιος εξισώνει τις γελοίες γιορτές της Πολεμικής Αρετής με τις Ολυμπιάδες Τραγουδιού, στις οποίες εμφανίστηκαν μέγιστοι καλλιτέχνες και συγκροτήματα, είναι άσχετος και να μη μιλάει γι’ αυτά τα θέματα. Όπως δεν πρέπει να μιλάει και όποιος καταφέρεται, συλλήβδην, εναντίον του ελαφρολαϊκού και των ουκ ολίγων αριστουργημάτων του. Να ένα…

20/4/2018 
Πάει κι ο Γιάννης Κουτουβός, παλιός συγκροτηματίας (Janis Gravel, The Gravel κ.λπ.), fan, «χεβυμεταλλικός» παραγωγός και δημοσιογράφος, εδώ, ανάμεσα στον κιθαρίστα των Motörhead Würzel και τον Lemmy (περιοδικό «Αγόρι» Νο 569, 6 Απριλίου 1988).

19/4/2018 
O Νίκος Μαστοράκης γύρισε ταινία, λέει, για τη Μύκονο (Mykonos, Τhe Soul of an Island o τίτλος της). Σάκι Μαυρέλη συμβουλεύτηκε;
Εδώ το βιβλίο τού Μαυρέλη Άπαντα… Πανάκια! Ψήφισε Βερώνη και θα συχωρεθούν τα πεθαμένα σου! / Όλα τα ονόματα των δικαστικών που αγόρασαν στη Μύκονο τα κτήματα του μοναστηριού / Πουστιά και κουμμουνισμός [sic] στη Μύκονο [TinK Books, New York Αύγουστος 2006]
(Συλλογή άρθρων της εφημερίδας Καιροί στο Κολωνάκι)

18/4/2018 
To διάβασμα που πέφτει στα προπΑτζίδικα είναι ανελέητο!
Τους βλέπω στη γειτονιά πάνω από κάτι φυλλάδια και φυλλάδες να μη σηκώνουν κεφάλι. Και τι διαβάζουν; Για το πρωτάθλημα της Αιγύπτου, ου μην αλλά και του… Μπαγκλαντές!
Έπαιζα κι εγώ ΠροΠό κάποτε, όταν υπήρχε μόνο ΠροΠό και δε χρειαζόταν τίποτα για να μελετήσεις (ούτε εκείνο το γελοιότερο όλων, που αποκαλείται «παράδοση»), καθώς το μόνο που αρκούσε ήταν να είχες μιαν απλή επαφή με το χώρο – να σ’ αρέσει δηλαδή το τόπι και να το παρακολουθείς κάπως. Α, Β Εθνική τα βασικά και λίγο από Ιταλία.
Όμως κι εμείς, που μας άρεσε και το παρακολουθούσαμε, το μόνο που είχαμε καταφέρει ήταν να βγάλουμε κάποια στιγμή 13άρι μαζί με τη μισή Ελλάδα… όταν η γιαγιά, που συμπλήρωνε δυο στήλες στα κουτουρού, τίναζε την μπάνκα στον αέρα. (Παρά ταύτα ένας φίλος, που είχε αποφασίσει να στέλνει τη γιαγιά του για να του αγοράζει έτοιμα δελτία, ήταν μονίμως στον κουβά).
Μάγκες μου, γι’ αυτό τα λένε «τυχερά παιγνίδια». Γιατί κερδίζει ο κωλόφαρδος και ο ατζαμής. Γιατί δεν κερδίζει ούτε ο πονηρός, ούτε ο έξυπνος. Γι’ αυτό αφήστε το διάβασμα… ποιος είναι τραυματίας, ποιος δεν θα παίξει, σε τι θέση είναι η Ελ Ντακλέγια και η Σμούχα και πιάστε καμμιά κουβεντούλα για τη… σημαία στον Ανθρωποφάγο.  

18/4/2018
ΔΕΝ ΤΑ ΦΑΓΑΜΕ ΜΑΖΙ...
Κι επειδή το θέμα με τον Κωστόπλο (όπως θα τον έλεγαν και στον Πύργο… έτσι χωρίς «ου») τραβάει, εγώ θα πω και το εξής.
Εμένα δεν μ’ ενδιαφέρει ο Κωστόπουλος του NΙTRO, γιατί τότε ήμουν αρκετά μεγάλος (εννοώ δεν ήμουν 20χρονος) για να διαβάζω, ενδεχομένως, σαχλαμάρες. Μ’ ενδιαφέρει κυρίως ο Κωστόπουλος του ΚΛΙΚ, ένα περιοδικό που βγήκε το 1987 και με είχε βρει, τότε, λίγο πάνω από τα 20. Είναι άλλο, θέλω να πω, να είσαι 20χρονος και άλλο 30χρονος κ.λπ. Μην τα μπερδεύουμε όλα.
ΚΛΙΚ είχα ξεφυλλίσει τυχαία σε σπίτια γνωστών τότε κι εκείνο που θυμάμαι είναι πως το είχα βρει παντελώς αδιάφορο, αν όχι και αποκρουστικό. Έτρεφα πάντοτε, και τρέφω ακόμη, μια αγάπη κι ένα σεβασμό για τη λαϊκή κουλτούρα και όλο εκείνο το… κωλομεγλυφέ στυλ τού ΚΛΙΚ μού προκαλούσε εμετό. Εξάλλου, από την εφηβεία είχαμε μπλέξει και με το ροκ, και όπως όλοι αντιλαμβάνονται δεν υπήρχε περίπτωση ποτέ ροκάς να διαβάζει Κωστό – τον οποίον διάβαζαν βασικά οι καρεκλάδες της εφηβείας μας. Το ροκ, θέλω να πω, εμένα τουλάχιστον (φρονώ το ίδιο και για άλλους) με προφύλαξε από πολλούς μαλάκηδες στην πορεία.
Όταν υπήρχε λοιπόν το κάπως εστέτ, αλλά σοβαρό ΤΕΤΑΡΤΟ του Χατζιδάκι (και μετά το Χατζιδάκι), όταν υπήρχε η ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ του Στεμνή (που ήταν σαν το Τέταρτο σε θεματολογία, αλλά με ουσιωδώς λαϊκή κατόπτευση), όταν υπήρχε για το σινεμά η ΟΘΟΝΗ (το καλύτερο κινηματογραφικό περιοδικό των έιτις), όταν υπήρχαν τα μουσικά περιοδικά και βασικά το κορυφαίο ΝΤΕΦΙ, όταν υπήρχε το ΠΑΡΑ ΠΕΝΤΕ με τα κόμιξ του R.Crumb, όταν υπήρχε η ΑΝΟΙΧΤΗ ΠΟΛΗ για την underground πληροφόρηση, όταν υπήρχαν λογοτεχνικά περιοδικά σαν τον ΧΑΡΤΗ και ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ τότε θα έπρεπε να ήσουν τελείως χαϊβάνι, τελείως μαλαπέρδας αν περίμενες να μάθεις κάτι παραπάνω από το ΚΛΙΚ.
Υπήρχαν άνθρωποι που δε μεγάλωσαν με τις παπαριές του Κωστόπουλου στα έιτις. Κι έτσι στα nineties, όταν το πιο χυδαίο life style είχε γίνει καθεστώς, αυτοί οι άνθρωποι είχαν ρίξει ήδη άγκυρα, που είχε πιάσει βαθιά και δεν ξεκουνούσε με τίποτα… Αυτά τα ολίγα…  

16/4/2018
Για τον Roger Waters τα Λευκά Κράνη (κάτι αντικαθεστωτικά… παραμάγαζα της ΣΙΑ, που δρουν στη Συρία για να… απαλύνουν τον πόνο των αμάχων και καλά) είναι υπεύθυνα για την προβοκάτσια με τα χημικά, που οδήγησαν στην επίθεση της Δύσης. Καλά τα λέει, μου φαίνεται, και εδώ, ο Roger…

BLUES REVIVAL 44: ALEC SEWARD (1901-1972)

Ένας ακόμη εξέχων μουσικός από τις ανατολικές Πολιτείες, ο Alec Seward, που είχε γεννηθεί το 1901 κάπου στη Virginia, θα μετακομίσει (όπως και άλλοι της γενιάς του) προς τη Νέα Υόρκη το 1924.
Αν και ως κιθαρίστας ο Seward έπαιζε για πάρτη του πολλά χρόνια, θα καταφέρει να γίνει περισσότερο γνωστός όταν θα συνεργασθεί με τους Sonny Terry και Brownie McGhee στις αρχές της δεκαετίας του ’40, παίζοντας επίσης με τους Woody Guthrie, Cisco Houston και Lead Belly, εισχωρώντας έτσι, ακόμη περισσότερο, στο folk κύκλωμα μέχρι νωρίς στα fifties.
Το 1947 ο Alec Seward θα γνωριστεί μ’ έναν εξαιρετικό τραγουδιστή, τον Louis Hayes, που ήταν μεγαλύτερός του, με τον οποίον θα ηχογραφήσει κοντά στο piedmont στυλ και με έντονες αναφορές στην τραγουδοποιία του Blind Boy Fuller. Μάλιστα, και όλως περιέργως, οι Seward και Hayes, θα υιοθετήσουν διάφορα ψευδώνυμα (Guitar Slim and Jelly Belly, Blues Boys, Back Porch Boys, Blues King Slim Seward and Fat Boy Haynes) και μ’ αυτά θα πρέπει κάποιος να τους αναζητήσει στη δισκογραφία. Πολλά από τα τραγούδια των Seward και Haynes είχαν κοινωνικό περιεχόμενο, όπως π.χ. το “Working man blues”, το οποίο αναφερόταν στις τραγικές συνέπειες που είχε αφήσει η Μεγάλη Ύφεση στην εργατική τάξη.
Ο Alec Seward θα αποσυρθεί από τη σκηνή το 1957, για λίγο όμως και παρ’ όλες τις παραινέσεις τού Sonny Terry για το αντίθετο. Θα επανέλθει όμως το 1965, θα ηχογραφήσει για την Bluesville και θα παίξει εκ νέου με τους Sonny Terry & Brownie McGhee, τον Larry Johnson κ.ά.
Δισκογραφία (επιλογή) 
1. Southern Mountain Hoedows – Stinson Records SLPS 54 – 1953 (ως Woody Guthrie, Cisco Houston, Sonny Terry and others) 
2. City Blues – Elektra EKL-15 – 1954 (ως Sonny Terry and Alec Stewart) 
3. Creepin’ Blues / The Blues of Alec Seward – Prestige / Bluesville BVLP 1076 – 1965 
4. Carolina Blues – Arhoolie R 2005 – 1971 (ως Guitar Slim and Jelly Belly με ηχογραφήσεις από τη δεκαετία του ’40) 
5. Late One Saturday Evening – Blue Labor BL 103 – 1975 (rec. 1966) 
6. The Back Porch Boys – Delmark DE-755 – 2002 (ως Alex “Guitar Slim” Seward and Louis “Jelly Belly” Hayes with Blind Willie McTell  / Champion Jack Dupree /  Brownie McGhee, ηχογραφήσεις από τα τέλη του ’40 και τις αρχές του ’50)

Σάββατο, 21 Απριλίου 2018

POP ELEVEN για το ιστορικό ροκ δισκάδικο της Αθήνας

Διαφήμιση από το 1971
Τις προάλλες διάβασα στο site της Athens Voice ένα κείμενο του Γιάννη Νένε, με αφορμή τη Record Store Day, σχετικό με το ιστορικό δισκάδικο των αδελφών Φαληρέα Pop 11 (ή και Pop Eleven καλύτερα). Βασικά, το κείμενο είναι οι αναμνήσεις ενός Γιώργου Κουτσονάσιου –δε θυμόμουν το όνομά του, παρότι είχα διαβάσει δικά του κείμενα στο περιοδικό Το Ντέφι, αν και η φάτσα του μου ήταν γνωστή–, ο οποίος δούλευε στο δισκάδικο (όπως λέει) στις αρχές του ’80. O Κουτσονάσιος λέει διάφορα κουλά, αλλά το χειρότερο όλων είναι η αρχή του. Τι διαβάζουμε λοιπόν εκεί; Πως... «το μαγαζί άνοιξε γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ’70 από τους δύο αδερφούς Φαληρέα».
Η σακούλα - σχέδιο: Π. Κουτρουμπούσης
Στο facebook έκανα μια σχετική ανάρτηση γύρω από τα λεγόμενα τού Κουτσονάσιου και έπεσαν πολλά σχόλια, που βοήθησαν στο να διευκρινιστεί η ιστορία αυτού του χώρου, που αποτέλεσε κυρίως στη δεκαετία του ’70 ένα σημείο, στον οποίο δε στεγάστηκε μόνο το rock, αλλά και η jazz, το blues, η ποίηση, η λογοτεχνία, ακόμη και ο κινηματογράφος (σκηνές από το Pop Eleven υπάρχουν στις ταινίες Μαύρο + Άσπρο των Θανάση Ρεντζή και Νίκου Ζερβού από το 1973 και Τα Χρώματα της Ίριδος του Νίκου Παναγιωτόπουλου από το 1974).
Πότε άνοιξε το Pop Eleven; Σ’ ένα παλαιό κείμενο τού αείμνηστου Τάσου Φαληρέα στο περιοδικό Ήχος & Hi-Fi (#243, Ιούνιος 1993) διαβάζουμε πως το… «Το μαγαζί, το Pop 11, άνοιξε το '70 από μένα και τον αδελφό μου (σ.σ. ο Γρηγόρης)». Ρώτησα, μάλιστα, για το θέμα και τον ίδιο το Γρηγόρη Φαληρέα και μου είπε πως… «το πρώτο Pop Eleven άνοιξε τον χειμώνα του 1969 στην οδό Σκουφά 73». Το «χειμώνας», σημαίνει φυσικά Δεκέμβρης 1969 (και όχι Γενάρης ή Φλεβάρης) κι έτσι αν δεχτούμε αυτές τις μαρτυρίες των αδελφών Φαληρέα ως ορθές (όπως και είναι), αντιλαμβάνεστε πως τα περί… «μέσα της δεκαετίας του ’70» του Κουτσονάσιου είναι παντελώς out.
Ένα θέμα που τέθηκε από μένα είναι πως το δισκάδικο μετακόμισε περί την άνοιξη του 1974 από τη θέση Σκουφά 73Α (πίσω από το σημερινό δισκάδικο του Πάνου και του Σωτήρη στην Καπλανών, πρώην Σόλωνος & Μασσαλίας) στη θέση Σκουφά 57 (λίγο πιο πάνω δηλαδή, προς την πλατεία Κολωνακίου). Τούτο το υποστήριξα επειδή είχα δει σχετική διαφημιστική καταχώριση (στα βιβλιοπωλεία) στο περιοδικό Διάλειμμα του Λεωνίδα Χρηστάκη (τεύχος 3, 15-30 Μαΐου 1974). Η ίδια δε καταχώριση υπάρχει και στο πρώτο τεύχος του περιοδικού (15-28 Απρίλη 1974) όπως μας είπε και ο Κώστας Αρβανίτης. Κανείς όμως από τους σχολιαστές στο facebook (ο Γιώργος Γιαννόπουλος κατέθεσε προσωπική μαρτυρία, ενώ ο Θανάσης Ζελιαναίος μας έστειλε σκαναρισμένες καταχωρίσεις του Pop Eleven από τον Ήχο και το τεύχος 43, του Οκτωβρίου ’76 με διεύθυνση… Σκουφά 73Α), ούτε ο Γρηγόρης Φαληρέας, δεν επιβεβαιώνουν κάτι τέτοιο. Να ήταν λάθος του Χρηστάκη; Πιθανόν…
Έτσι λοιπόν το Pop Eleven φαίνεται πως μετακομίζει τελικώς κάποια στιγμή μέσα στο 1977 προς τη Σκουφά 15 (στον πρώτο όροφο). Εκεί ήταν σίγουρα έως και το 1981, γιατί το Pop Eleven που είχα επισκεφθεί εγώ (το 1982-83 πια) ήταν αλλού. Στην Πινδάρου 38 και Τσακάλωφ (πρώτος όροφος πάλι).
Και κάτι ακόμη που λίγοι, ίσως, θα το θυμούνται. Στις αρχές του 1981 είχε ανοίξει κι ένα ακόμη Pop-11… με καφέ και τοστ, στην πλατεία Έλενας Βενιζέλου, Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου 8 (πίσω από το γήπεδο του Παναθηναϊκού), αλλά πρέπει να έκλεισε γρήγορα…